Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Ένας φιλόξενος τόπος ειν' το παράδειγμά μας...

Γράφει η Θάλεια Καραμολέγκου
"Περάστε περάστε στο φτωχικό μας να σας φιλέψουμε..." Η ηλικιωμένη γυναίκα πρόβαλε στο παραθύρι καθώς έβλεπε ένα πλήθος τουριστών να περνάνε έξω από την αυλή της. Έσυρε τα πονεμένα πόδια της με τη μαγκούρα προς την έξοδο και φώναξε " Μαριώ Μαριώ βγάλε λίγα τοματάκια, τυρί και μελιτζάνα στο τραπεζάκι εδώ στην αυλή, τώρα που ήρθαν οι άνθρωποι μη μας πουνε και γαδάρους... Μ' ακούς Μαριώ και ένα κοκκινέλι βγάλε...". Μια λεπτή μοντέρνα ντυμένη σιλουέτα

πρόβαλε στην εξώπορτα "Γιαγιά δεν κάνει να κάθεσαι όρθια έλα μέσα, τώρα θα τα βγάλω μην ανησυχείς, τώρα θα πάω να βρω τον ξεναγό τους, αλλά κάτσε σε μια καρέκλα τα πόδια σου, μα τίποτα δε λογίζεις πια;". Η φωνή της εντάθηκε μα η γριά έκανε πως δεν καταλαβαίνει...
"Παλικάρι μου έλα να φας"  Το χαμόγελο δεν έφευγε απ' το πρόσωπό της δείχνοντας με επιμονή ένα νέο τουρίστα που γλυκά της  το ανταπέδιδε.

 
Το τραπέζι γέμιζε με ένα σωρό καλούδια και η εγγονή με την έντονη προτροπή της ηλικιωμένης γυναίκας καλούσε ξενόφωνα τους τουρίστες να γευτούν τα πλουσιοπάροχα τοπικά προϊόντα και επ' ευκαιρίας άρχιζε και η κουβέντα. " Κα βρ' ίντα λέτε τόσην ώρα και δεν τρών' οι άνθρωποι; Πήγαινε να φέρεις και τραγούδια να χορέψουμε Μαριώ..." φώναξε καθηλωμένη στην καρέκλα της η γιαγιά και χτύπησε δυνατά τη μαγκούρα στη γη " Ώπα"... Η νεαρή κοπέλα ήξερε πως όλο αυτό θα οδηγήσει όπως κάθε φορά που είχαν γλέντι στο σπίτι. Σήκωσε τα μάτια της απ' το πάτωμα και αφού κοίταξε τη γιαγιά με το παραπονεμένο βλέμμα που αναζητούσε την ηρεμία, αποσύρθηκε στα ενδότερα για να βρει μουσική.. Μία γιαγιά την είχε και κάθε επιθυμία της, διαταγή ήταν...


Το συρτάκι αναδεχόταν το τσάμικο και το τσάμικο το ζεμπέκικο, το ζεμπέκικο το χασάπικο και αυτό με τη σειρά του τη σούστα, το μαλεβιζιώτη, τον ικαριώτικο, τον μπάλο.. Και ατένιζες χαρά στα πρόσωπα και έβλεπες ξυπόλυτοι να κάνουν βήματα γοργά στο ρυθμό και καμάρωνες μια γιαγιά, μια ηλικιωμένη γυναίκα να δίνει οδηγίες στους ξένους και τι πιο οξύμωρο να πιστεύει ακράδαντα πως κάθε της λέξη καταλαβαίνουν εκείνοι. " Πιο δεξιά μορφονιά μου το πόδι και πιάσε την εσύ απ' τον ώμο" Τα χέρια της κυμάτιζαν στο ρυθμό, το πρόσωπό της ήρεμο μα και ζωηρό, τα μάτια της έλαμπαν στο φως της λάμπας και η μιλιά της τραγουδούσε τους στίχους και μάγευε με αυτήν ένα ακροατήριο. Μια αξέχαστη εμπειρία αποτυπωνόταν στις μνήμες των ξένων, στην εγγονή της, μα για ακόμη μια φορά και σ' εκείνη, και σ' εκείνη βεβαίως μια ακόμα ανάμνηση σιγά σιγά πλεκόταν στα περίπλοκα νήματα του μυαλού της."Οι δείχτες του ρολογιού μεθύσαν" έλεγε πάντα "οι ώρες σα δευτερόλεπτα περνούν πάλι ε Μαριώ μου;" Και πάντα εκείνο το βλέμμα της νεαρής κοπέλας το κουρασμένο μα συνάμα και τρυφερό, χαράς εικόνα πως έβλεπε ένα χαμόγελο πλατύ να κυριεύει όλο και πιο πολύ τη γιαγιά της.

Κι όντως οι ώρες πέρασαν κι εκείνη τη μέρα γρήγορα και ο ήλιος θέλησε να αποχαιρετήσει το γλέντι κάνοντας ολοφάνερη την απουσία του. "Κυρά Ελιά πρέπει να φύγουμε το πούλμαν μας περιμένει εδώ και ώρες κι έχουν να πάνε κι αλλού, πρέπει να τους μαζέψω". Ο ξεναγός αφού έσκυψε στο ύψος της καρέκλας που καθόταν τη φίλησε στο μάγουλο και την αποχαιρέτησε. Έριξε μια γρήγορη χαρωπή ματιά στη νεαρή κοπέλα κι άρχισε να απομακρύνει τους ξένους απ' την οικία. " Ευχαριστούμε" έγνεψε και έκανε μια μικρή υπόκλιση προς τη μεριά της καθηλωμένης στην καρέκλα ηλικιωμένης γυναίκας "και πάλι" σιγοψιθύρισε. Γιατί δεν ήταν προφανώς η πρώτη φορά που γινόταν αυτό, μα ούτε κανείς πίστευε πως θα' ταν η τελευταία.. Η νεαρή γυναίκα βοήθησε τη γιαγιά να σηκωθεί και την έβαλε να ξαπλώσει στη δική της κλίνη, τα ροζιασμένα χέρια της έσφιξαν την παλάμη της Μαριώς "Θέλω να ξέρεις ότι εμείς έτσι φερόμασταν παλιά κι ότι έτσι γλεντούσαμε κι ότι προσφέραμε κι ότι δίναμε και δεν παίρναμε..." Η φωνή της ολοένα και πιο πολύ χανόταν στη σιγή του δωματίου απ' την κούραση και τα μάτια της τα πίεζε να κρατηθούν ακόμη ανοιχτά... "Κοιμήσου τώρα γιαγιά το ξέρω, μην ταλαιπωρείς άλλο τον εαυτό σου θα τα πούμε αύριο..." "-Όχι Μαριώ μου θέλω να σου πω, δεν είναι δικά μου λόγια μα θέλω να τα θυμάσαι ο άνθρωπος είναι αυτό και ο μισάνθρωπος το άλλο κατάλαβες; Μη γίνεις ποτέ απ' τ' άλλο μου το υπόσχεσαι; Το νησί μας το κατοικούν άνθρωποι και τώρα το ξεχνάτε. Η χαρά του ξένου είναι και δικιά μας Μαριώ μου, μπορεί να γίνει..."Η νεαρή κοπέλα έγνεψε θετικά ενώ το ρυτιδιασμένο χέρι της γριάς τράβηξε το σεντόνι προς τα πάνω και μ' ένα χάδι στο μάγουλο καληνύχτισε την εγγονή της.

Η αυλή ποτέ άλλοτε πιο ήρεμη, ο ήλιος ποτέ άλλοτε πιο καυτός και εκείνο το ρολόι νηφάλιο έως και βαρεμένο δεν έλεγε να κουνήσει το δείχτη του δευτερολέπτου. Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα καθισμένη σε μια ολοκαίνουρια καρέκλα ατένιζε τα πουλιά να κάνουν κύκλους πάνω απ' την αυλή της. Μόνο ένας μικρός χαιρετισμός με έναν άντρα ομοίας ηλικίας που οδηγούσε μία ομάδα ξένων αποπροσανατόλισε το βλέμμα της. Ούτε γεια δε λένε πλέον εκείνοι οι δύο που έζησαν τόσα γλέντια σε εκείνη την αυλή, τόσες μέρες, τόσα καλοκαίρια, ούτε ένα χαμόγελο δε μοιράζονταν πια. Ο χρόνος, οι άλλοι οι ρυθμοί, ποιός απ' τους δυο να φταιγε ποτέ μάλλον κανείς δεν αναρρωτήθηκε. Απλώς συνέβη. Και χανόταν το βλέμμα της και την υπόσχεση που αθέτησε σε ένα απ' τα πιο αγαπημένα πρόσωπα σκεφτόταν, μα δεν μπορούσε λογιζόταν, δε γινόταν όλα άλλαξαν... Και το βλέμμα της χανόταν στον ουρανό ένα σημάδι μήπως της στείλει συγχώρεσης......"Μαμά μαμά μ' ακούς τους είδες πάλι καινούριους έφερε... Άλλοι ξένοι είν' αυτοί... Από πού λες να ' ναι;" Το δεκάχρονο κοριτσάκι αναπήδησε απέναντι "Hello" φώναξε και μια απάντηση ακούστηκε απ' τους άλλους.... Η μικρή ενθουσιάστηκε κατέβηκε και τρέχοντας έφερε ένα ραδιόφωνο και το έβαλε να παίζει τραγούδια στην άκρη της αυλής για να μπορούν να το ακούν..
 Η μητέρα της απλά παρακολουθώντας την κάθε της κίνηση, ένα δάκρυ κύλησε απ'τα μάτια της... Σηκώθηκε και φώναξε τον ξεναγό και πάλι " Φέρ'τους εδώ". Εκείνος παραξενεμένος εξήγησε στους ξένους τι έγινε και τους οδήγησε σ' εκείνη την αυλή.. Στολισμένη, με φαγητά, κρασί και μια μικρή να χορεύει με τους ξένους τα τραγούδια στο ράδιο, η οικία έδειχνε πάλι ζωντανή... Ο κόσμος ερχόταν, το φαΐ καταναλωνόταν, τα ποτηράκια με το κρασί τσουγκρίζονταν και πάλι και οι καρέκλες πλήθαιναν... Μια μικρή φιγούρα χωμένη σε μία γωνία σαν κάτι να αναζητούσε... " Μαμά αυτή την καρέκλα τη θέλουμε; Να τους την βγάλω;" Μια παλιά σκονισμένη καρέκλα έκρυβε το πρόσωπο της μικρής δεσποινίδος... "- Ελιά, αυτή η καρέκλα θα ναι μόνο για σένα...Θα ναι μοναχά δική σου." Και ένα χαμόγελο διαπέρασε τα γεμάτα απορία μάτια της μικρής... "Έλα εδώ" συνέχισε "βλέπεις αυτόν τον κόσμο που χορεύει και γλεντά; Εσύ το έκανες. Βλέπεις τα χαμόγελα σε αυτά τα πρόσωπα, εσύ τα έκανες. Αυτοί οι άνθρωποι δε θα σε ξεχάσουν ποτέ γιατί είσαι κι εσύ άνθρωπος και τους προσέφερες κάτι που δύσκολα δυστυχώς το βρίσκουν πια... Και βλέπεις κι εμάς πόσο χαμογελάμε; Εσύ το έκανες... Μην σταματήσεις να προκαλείς χαρά και να 'ναι η φιλοξενία μας το διαμάντι του νησιού μας. Είμαι πολύ περήφανη για σένα." Ένα γλυκό φιλί στην κόρη της τελείωσε αυτή τη μεγάλη ομιλία της Μαριώς. Το γλέντι συνεχίστηκε με χορούς και με ευχάριστες αναμνήσεις από παλιά...

Ο ήλιος αποχαιρέτησε το φιλόξενο σπίτι και ο ξεναγός απομακρύνθηκε απ'την όψη τους. Η μητέρα κάθισε στην ολοκαίνουρια καρέκλα της και πήρε στα πόδια της τη μικρή. Καθώς ένα δάκρυ κυλούσε απ' τα μάτια της ψιθύρισε στο αυτί της κόρης της " Σα να μέθυσε σήμερα το ρολόι ε Ελιά; Έτρεχαν οι ώρες σαν ένα δευτερόλεπτο..." "- Μα μαμά" απάντησε εκείνη γιατί μου είπες ότι θα με θυμούνται γιατί είμαι άνθρωπος; Όλοι άνθρωποι δεν είμαστε;"
"-Όχι υπάρχουν κι οι άλλοι, κι εμείς δε θέλουμε ποτέ να γίνουμε απ' τους άλλους.." Έσφιξε την Ελιά στην αγκαλιά της και μαζί ατένιζαν τ' αστέρια να φωτίζουν εκείνη την ξάστερη νύχτα μέχρι αργά....

Πολλοί λένε πως οι καλές εποχές τελειώσαν, πως δεν υπάρχουν άνθρωποι, πως φιλοξενία δεν υπάρχει πουθενά, πως όλα αντικαταστάθηκαν από αξίες μηδαμινές, από σκουπίδια και χαρές πλασματικές, μα τους ρωτώ αν δε γίνουν αυτοί, αν δεν κάνουμε τον εαυτό μας άνθρωπο πώς το απαιτούμε απ' τους τριγύρω; Σίγουρα υπάρχουν ακόμα άνθρωποι, φιλοξενία παλιά και είναι μέσα μας.... Μόνο εμείς μπορούμε να αποδείξουμε πως ισχύει.... Μονάχα εμείς μπορούμε να αποδείξουμε πως είμαστε άνθρωποι και πως η φιλοξενία δεν έχει πεθάνει.... Για να το πούμε μετά για τους άλλους... Κι ύστερα ελάτε και μου πείτε να σας δείξω ανθρώπους με το χέρι ή και με έναν καθρέφτη μονάχα που μέσα θα κοιτάτε.... Γιατί σ' εμάς θα συμβούν περισσότερα θετικά με τη φιλοξενία μας, από τα θετικά που θα προξενήσουμε σε εκείνους, τους ξένους....
Πηγή: ΕΥ-ΛΕΓΕΙΝ