Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Νίκος Αρμάος σε συνέντευξή του με τον Φρέντυ Γερμανό, το 1966.....

Αρμάος ο μελωδός
Ο Νίκος Αρμάος με μια από τις λατέρνες του.
Συνέντευξη του Νίκου Αρμάου στον Φρέντυ Γερμανό που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εικόνες το 1966.
Εν αρχή, λοιπόν, ην λατέρνα. Ή μάλλον εν αρχή ην Αρμάος… 
Ηλικία: 74 ετών. 
 Καταγωγή: Κωνσταντινούπολη. Επάγγελμα: Βασιλεύς της Λατέρνας, από το 1916 ως σήμερα.
Χωρίς διακοπή.
Χωρίς αντίπαλο.
Ίσως, σε μερικά χρόνια, χωρίς λατέρνες!
Χάνονται οι λατέρνες. Τις πήραν τα σύννεφα, οι άνεμοι, τα κύματα του ραδιοφώνου, τα πικ-άπ, τα τζιουκ-μποξ, οι φιλικόρντες. 

Σήμερα, ζήτημα είναι αν υπάρχουν 20 λατέρνες στην Αθήνα. Βία 25. Τις κυνηγά η Αστυνομία, που δεν επιτρέπει πια στους πλανόδιους οργανοπαίκτες να εκπέμπουν το ρεπερτόριο τους, τις κυνηγούν οι καινούργιες θεότητες του πενταγράμμου, τις κυνηγούν ο Έλβις Πρίσλεϋ και οι Μπητλς.
Και τις προστατεύει μόνον ένας άνθρωπος 74 ετών.
Ο Νίκος Αρμάος...
Ζη εδώ και μισόν αιώνα, ωχυρωμένος στο εργαστήριο του, στην οδό Σπάρτης 67, στην Δραπετσώνα. 
Εκεί, οι τελευταίες λατέρνες δίνουν την τελευταία μάχη με τον χρόνο.
«Αυτή η λατέρνα είναι του Τουρκόνι. Ιταλού που έφτιαχνε λατέρνες στην Πόλη. Η άλλη είναι το Καρμέλλου. Εκείνη με τα μπιχλιμπίδια του Ζαγαριάν. Κανένας τους δεν φτιάχνει πια λατέρνες. Τον Ζαγαριάν τον πάτησε πέρυσι αυτοκίνητο. Αυτή εκεί πέρα, στο βάθος, είναι ρομβία. Έτσι τις λέμε στην Ελλάδα, από παρεξήγηση. Το όνομα της βγαίνει από την Ιταλική πόλη POMBIA. Κάποιος το πρωτοδιάβασε λάθος και από τότε η Πομπία έγινε Ρομβία – εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν…»

Η λατέρνα είναι θεσμός κληρονομικός. Ο Αρμάος έμαθε να αγαπά τις λατέρνες από τον πατέρα του, τον Ιωσήφ Αρμάο. Αυτός ήταν ο πρώτος βασιλιάς. Στην Πόλη έφθαναν τον περασμένο αιώνα λατέρνες από παντού, για να τις αγγίξει με τα μαγικά του δάχτυλα ο Ιωσήφ Αρμάος και να τις κάνη να κελαηδήσουν.
Αυτός δίδαξε και στον γιό του πώς να παίρνει μια λατέρνα και να την κάνει να γεννά μουσική.

«Χρειάστηκαν χρόνια για να το μάθω. Η λατέρνα είναι σαν την γυναίκα. Για να γεννήσει θέλει έρωτα. Θέλει αγάπη. Έχει τα μυστικά της, τα κέφια της, τις ακεφιές της, τα κουμπιά της, τους μπελάδες της, τις γλύκες της… Αυτή είναι η λατέρνα. Βλέπεις αυτά τα καρφάκια, που είναι επάνω στον κύλινδρο; Εδώ είναι όλο το μυστικό: Πώς θα καρφώσεις τα καρφάκια… Κάθε καρφάκι είναι μια νότα… Αν το καρφώσεις πιο βαθειά απ’ ότι πρέπει, ή πιο λοξά, σκοτώνεις το τραγούδι…»

Ωστέ αυτά είναι τα σπλάχνα της λατέρνας; Ένας κύλινδρος, τρυπημένος με καρφάκια. Αυτά εδώ τα μικρά τα λένε τρίλλιες. Τα μεγάλα είναι οι πόντοι. Άλλοτε τα έφερναν από την Ιταλία. Τώρα, που η Ιταλία έπαψε να κάνη λατέρνες και φτιάνει μόνο «Άλφα – Ρομέο» και «Φερράρι», λιμάρει τα καρφάκια μόνος του ο γερό – Αρμάος...
«Κατάλαβες τώρα πώς γίνεται; Τα καρφάκια κάνουν τη δουλειά που κάνουν τα δάχτυλα στο πιάνο. Χτυπάνε τις νότες και βγαίνει το τραγούδι. Κάθε τραγούδι, για να γραφτή πάνω στον κύλινδρο θέλει πάνω – κάτω 80 καρφάκια. Καθένα, όμως, πριν καρφωθεί θέλει τη σκέψη του. Και προπαντός αγάπη: Γράφτο αυτό αν δεν τόγραψες… Ο Πλέσσας λέει πως η λατέρνα δεν θέλει τέχνη. Γυρίζεις, λέει, την μανιβέλλα και παίζει. Λοιπόν, εντάξει. Τότε και το πικ – απ δεν θέλει τέχνη. Βάζεις την πρίζα και παίζει… Για να παίξει όμως πρέπει νάχης γράψει μουσική…»

Κ’ εσύ, μαστρο – Αρμάο; Δεν γράφεις ποτέ δική σου μουσική;
«Και βέβαια γράφω. Ως σήμερα, έχω γράψει κάπου 2.000 τραγούδια. Μπορεί και παραπάνω. Μιλάμε, βέβαια για σοβαρά τραγούδια! Χωρίς τίτλο, χωρίς λόγια – σκέτη μουσική… Τραγούδια μόνο για λατέρνα. Ένα σωρό από αυτά τραγουδήθηκαν, αγαπήθηκαν… Κανένας δεν ξέρει πως είναι του γέρο – Αρμάου. Ε, κ’ ύστερα; Εγώ τα γράφω για τη λατέρνα μου. Μια μέρα ήμουνα στου «Φίνου» κ’ έπαιζα στις χορδές ένα τραγούδι που είχα γράψει το 1920. Μου λέει ο Σακελλάριος: «Τι είναι αυτό που παίζεις;» Του λέω: «Τραγούδι μου…» Δεν με πίστευε. Μου λέει: «Ούτε το φανταζόμουν… Το έχω βάλει τουλάχιστον σε 50 επιθεωρήσεις μου…» Του λέω κι εγώ.: «Καλά κάνεις. Κοίτα μόνο μη στο χαλάη η ορχήστρα: Αυτό είναι τρυφερό τραγούδι – για λατέρνα…»

Αυτό είναι τρυφερό τραγούδι – για λατέρνα… Η λατέρνα είναι πράγμα ζωντανό. Θέλει τρυφερότητα. Όταν τη χαϊδέψεις, κελαηδάει. Όταν της φερθείς απότομα, σωπαίνει. Αυτός είναι ο κόσμος του Νίκου Αρμάου – πίσω από αυτά τα τείχη, εδώ και μισόν αιώνα τώρα, ζουν και βασιλεύουν οι λατέρνες, οι ρομβίες, τα καρφάκια, οι τρίλλιες, οι πόντοι… Ως πότε; Ωχ, αδελφέ: Ως πάντα! 

Υπάρχει ένας γιός, που κάνει χαλιά. Ξέρει όμως τα μυστικά της λατέρνας. Όταν χρειαστή θα καρφώνη κι αυτός τα καρφάκια του. 
Υπάρχει κι ένας εγγονός. Κάτι ξέρει κι αυτός. Κάτι θα μάθει. 
Μην τις φοβάσαι τις λατέρνες. Μια να μείνη μπορεί να γεννήση άλλες 50. Είπαμε: Η λατέρνα είναι σαν την γυναίκα.
Καλή σου μέρα, μάστρο – Αρμάο....

 http://www.armaoslaterna.gr/