Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

H φάβα της Σαντορίνης (Θήρας) σήμερα και στο απώτερο παρελθών.

Ανάγια Σαρπάκη (Αρχαιολόγος – αρχαιοβοτανολόγος)
Η γνωστή σε όλους μας «φάβα» είναι ένα προϊόν που υπάρχει σε πολλά μέρη της Ελλάδος και γίνεται από διάφορα όσπρια, όπως π.χ. από το κουκί, το μπιζέλι, και άλλα. Από την Σαντορίνη όμως, όπως γνωρίζουμε όλοι, προέρχεται η γνωστότερη «φάβα», η κοινά ονομαζόμενη, φάβα της Σαντορίνης.
Στην Σαντορίνη η φάβα γίνεται από ένα ειδικό όσπριο και μόνο, το Λαθούρι το κλύμενο (Lathyrus clymenym). O Καββάδας (σελ. 2247) έγραφε ότι αυτό το λαθούρι είναι «είδος νομευτικόν, ενίοτε καλλιεργούμενον».
Ο δε Γεννάδιος (σελ. 596) αναφέρει ότι «παρ’ ημίν την αρίστην φάβαν παράγει και εξάγει η Θήρα, ένθα ο λάθυρος ούτος καλλιεργείται εκτενώς» και παρακάτω ότι είναι «νομευτικόν, κοινόν πολλαχού της Ελλάδος». Σήμερα όμως, η καλλιέργειά του τείνει να εξαφανιστεί αφού βρίσκεται σε ελάχιστα μέρη, σε μικρές ποσότητες, κυρίως στις Κυκλάδες, και ειδικά στην Σαντορίνη. Απ’ ότι έχουμε ακούσει πρέπει να υπήρχε και στην Κρήτη, σε διάφορα μέρη και πιθανότατα και σε άλλα μέρη της Ελλάδος, που έως τώρα δεν γνωρίζουμε.
Θεωρείται σημαντικό, βέβαια, το ότι έχει αναγνωριστεί στους καρπούς που έχουν βρεθεί στον οικισμό της Εποχής του Χαλκού, στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης. Η πρώτη εμφάνιση του καρπού αυτού φαίνεται να ήταν η Μέση Κυκλαδική (Μ.Κ.) περίοδος (~ 1900 π.Χ.) και καλλιεργείτο συστηματικά έως την Υ.Κ.Ι (~ 1600 π.Χ.), οπότε και καταστράφηκε η πόλη. Αυτή η πόλη, της οποίας το όνομα δεν γνωρίζουμε, είναι η ευρύτερα γνωστή σε μας ως η Πομπηϊα του Αιγαίου, διότι και αυτή καταστράφηκε από σεισμούς και την σκέπασε κυριολεκτικά η άσπα (όχι λάβα) του ηφαιστείου, με αποτέλεσμα να σωθούν τα κτίρια, οι αποθήκες και, γενικά, εξαιρετικά σπάνια οργανικά υλικά.

Το όσπριο που βρίσκεται κατά κόρον, μεταξύ των άλλων, στην προϊστορική Θήρα είναι ο αρακάς (Lathyrus clymenum), τον οποίον στο παρελθόν τον είχαν ταυτοποιήσει λάθος ως κουκί (Vicia faba) διότι στο άκουσμα του όρου «φάβα», και από την μορφολογία του σπόρου έμοιαζε λίγο στο μικρόκαρπο κουκί, το κοινά ονομαζόμενο στην Κρήτη, στην περιοχή του Ηρακλείου, σαν «μισιριώτικου κουκί». Όμως, η πιο προσεκτική έρευνα του οσπρίου, του σημερινού, αλλά και του αρχαιολογικού μας οδήγησε στο ειδικό λαθούρι, το Lathyrus clymenum.
Η ταυτοποίηση του αρχαιολογικού δείγματος έγινε προσεκτικά με τους κανόνες ταυτοποίησης της αρχαιοβοτανικής, δηλαδή με συγκριτική συλλογή και με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης (SEM) όπου συγκρίναμε την επιδερμίδα του σημερινού σπόρουμε τον αρχαιολογικό. Όλα, δηλαδή, δείχνουν ότι πρόκειται για τον αρακά που έχει διασωθεί στην Σαντορίνη σήμερα. Αναφέρω τον όρο διασωθεί, διότι εκτός του ότι ο αρακάς αυτός –πιθανότατα με άλλη ονομασία- καλλιεργείτο σε άλλα μέρη της Ελλάδος, σήμερα φαίνεται ότι περιορίζεται η καλλιέργεια του σε ορισμένες Κυκλάδες και ειδικά στην Σαντορίνη]
Το σημαντικότερου σημείο είναι το όσπριο αυτό διατηρήθηκε λόγω της επιμονής κάποιων γεωργών στην Σαντορίνη, όπως ο Γιώργης Αλεφραγκής (Γιαγκούλας), ο Μιχάλης Αρβανίτης (του Μπελά) και άλλων, να κρατήσουν την παράδοση και να μην υποκύψουν στο γενικό κάλεσμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να υποβάλλουν την γη τους στις μονοκαλλιέργειες. Κράτησαν δηλαδή δικό τους σπόρο από γενιά σε γενιά και, με σεβασμό στην παράδοση, μας παραδίδουν τώρα τον σπόρο αυτό που στον τόπο τους, την Σαντορίνη, φαίνεται να υπάρχει τώρα και 4000 χρόνια.